Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ταραχές θηλυκό

  1. ταραχή, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού