Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταραγμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταραγμός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία