Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τανύω < αρχαία ελληνική τανύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τανύω

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τανύω < τείνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

τανύω

  1. απλώνω, στρώνω (κάτω συνήθως)
  2. τεντώνω
  3. οδηγώ, κατευθύνω
  4. εντείνω, επιτείνω
  5. (παθητικό, τάνυμαι) τεντώνομαι, εκτείνομαι, εντείνω τις δυνάμεις μου, τρέχω με όλη μου τη δύναμη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία