Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύνολος < αρχαία ελληνική σύνολος < σύν + ὅλος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σύνολος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία