Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

σύμφυτων

  1. σύμφυτος, στη γενική του πληθυντικού
  2. σύμφυτη, στη γενική του πληθυντικού
  3. σύμφυτο, στη γενική του πληθυντικού