Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σύμμαχος σύμμαχοι
γενική συμμάχου συμμάχων
αιτιατική σύμμαχο συμμάχους
κλητική σύμμαχε σύμμαχοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύμμαχος < αρχαία ελληνική σύμμαχος < συμμαχώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σύμμαχος αρσενικό

  1. αυτή ή αυτός που έχει συνάψει συμμαχία με άλλο κράτος είτε σε καιρό πολέμου είτε ειρήνης (πιο λόγιο, αλλά όχι πάντα, στο θηλυκό, ειδικά όταν χρησιμοπιείται ενικός)
    Είμαστε σύμμαχοι με τους Κύπριους
    Η Κύπρος είναι σύμμαχος χώρα
  2. γενικά, ο συναγωνιστής, ο σύντροφος, αυτός που υποστηρίζει σθεναρά
    Σε αυτή του την προσπάθεια, βρήκε τον Παύλο σύμμαχο και ένθερμο υποστηρικτή
    Ο καπετάνιος είχε σύμμαχό του και τον άνεμο (που ήταν ούριος)


  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία