Χρειάζεται παραπομπή σε λεξικό, εγχειρίδιο ή κείμενο.


Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σωροπυριτικός η σωροπυριτική το σωροπυριτικό
      γενική του σωροπυριτικού της σωροπυριτικής του σωροπυριτικού
    αιτιατική τον σωροπυριτικό τη σωροπυριτική το σωροπυριτικό
     κλητική σωροπυριτικέ σωροπυριτική σωροπυριτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σωροπυριτικοί οι σωροπυριτικές τα σωροπυριτικά
      γενική των σωροπυριτικών των σωροπυριτικών των σωροπυριτικών
    αιτιατική τους σωροπυριτικούς τις σωροπυριτικές τα σωροπυριτικά
     κλητική σωροπυριτικοί σωροπυριτικές σωροπυριτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωροπυριτικός < σωρ(ός) + -ο- + πυριτικός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σωροπυριτικός, -ή, -ό,

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία