Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συναρπασμένος συναρπασμένη συναρπασμένο
γενική συναρπασμένου συναρπασμένης συναρπασμένου
αιτιατική συναρπασμένο συναρπασμένη συναρπασμένο
κλητική συναρπασμένε συναρπασμένη συναρπασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συναρπασμένοι συναρπασμένες συναρπασμένα
γενική συναρπασμένων συναρπασμένων συναρπασμένων
αιτιατική συναρπασμένους συναρπασμένες συναρπασμένα
κλητική συναρπασμένοι συναρπασμένες συναρπασμένα

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συναρπασμένος

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συναρπάζω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία