Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

συμβολαιογράφων αρσενικό ή θηλυκό

  1. συμβολαιογράφος, στη γενική του πληθυντικού