Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο συλληφθείς
συλληφθέντας
η συλληφθείσα το συλληφθέν
      γενική του συλληφθέντος
συλληφθέντα
της συλληφθείσας
συλληφθείσης*
του συλληφθέντος
    αιτιατική τον συλληφθέντα τη συλληφθείσα το συλληφθέν
     κλητική συλληφθείς
συλληφθέντα
συλληφθείσα συλληφθέν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι συλληφθέντες οι συλληφθείσες τα συλληφθέντα
      γενική των συλληφθέντων των συλληφθεισών των συλληφθέντων
    αιτιατική τους συλληφθέντες τις συλληφθείσες τα συλληφθέντα
     κλητική συλληφθέντες συλληφθείσες συλληφθέντα
Οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -είς -εῖσα, -έν
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'πληγείς', Κατηγορία όπως «πληγείς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

συλληφθείς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική συλληφθείς, μετοχή παθητικού αορίστου  (συνελήφθην) του ρήματος συλλαμβάνω. Πρόθημα (συν-) συλ-

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συλληφθείς, συλληφθείσα, συλληφθέν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

συλληφθείς: κλιτικός τύπος

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

συλληφθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος συλλαμβάνομαι
  2. θα συλληφθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος συλλαμβάνομαι



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική συλληφθείς συλληφθεῖσ τὸ συλληφθέν
      γενική τοῦ συλληφθέντος τῆς συλληφθείσης τοῦ συλληφθέντος
      δοτική τῷ συλληφθέντ τῇ συλληφθείσ τῷ συλληφθέντ
    αιτιατική τὸν συλληφθέντ τὴν συλληφθεῖσᾰν τὸ συλληφθέν
     κλητική ! συλληφθείς συλληφθεῖσ συλληφθέν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ συλληφθέντες αἱ συλληφθεῖσαι τὰ συλληφθέντ
      γενική τῶν συλληφθέντων τῶν συλληφθεισῶν τῶν συλληφθέντων
      δοτική τοῖς συλληφθεῖσῐ(ν) ταῖς συλληφθείσαις τοῖς συλληφθεῖσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς συλληφθέντᾰς τὰς συλληφθείσᾱς τὰ συλληφθέντ
     κλητική ! συλληφθέντες συλληφθεῖσαι συλληφθέντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ συλληφθέντε τὼ συλληφθείσ τὼ συλληφθέντε
      γεν-δοτ τοῖν συλληφθέντοιν τοῖν συλληφθείσαιν τοῖν συλληφθέντοιν
3η&1η κλίση, Κατηγορία 'λυθείς' όπως «λυθείς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  ΜετοχήΕπεξεργασία

συλληφθείς, συλληφθεῖσα, συλληφθέν