Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

συγγενείς αρσενικό ή θηλυκό

ρήσηΕπεξεργασία

  • «φίλοι ου πάντες οι ξυγγενείς, αλλ΄ οι συμφωνέοντες περί του συμφέροντος», Δημόκριτος «Ηθική»