Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπουδαιογέλοιον < ελληνιστική κοινή σπουδαιογέλοιον, ουδέτερο του σπουδαιογέλοιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπουδαιογέλοιον ουδέτερο

  • (λογοτεχνία) το ύφος που συνδυάζει το σπουδαίο και το γελοίο, σε ένα είδος σάτιρας στην αρχαία Ελλάδα, που ενώ ήταν αστεία, είχε και (σοβαρό) ηθικό συμπέρασμα
    ※  Horazens Sermonen sind ja νoll von diesem είδος , das Zum γένος σπουδαιογέλοιον gehörte - , aber Sammlungen , wie sie in griechischer Sprache zahlreich ... (Einleitung in Die Altertumswissenschaft: Bd. Methodik, ..., Alfred Gercke, 1909, σελ. 517)
    ※  Des Krates Poesie ( ποιητική ) als Exempel des σπουδαιογέλοιον aufgeführt von Demetr . de eloc . 170 ( vgl . Wachsmuth 1885 S. 68 ; Rohde , Gr . Rom (Phoinix von Kolophon: texte und untersuchungen, Phoenix (of Colophon.), ‎Gustav Adolf Gerhard, 1909, σελ. 230)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Ο συνδυασμός σπουδαίου και γελοίου, αλλά όχι η ίδια η λέξη, αναφέρεται από τον Αριστοφάνη στους Βατράχους: «καὶ πολλὰ μὲν γέλοιά μ᾽ εἰπεῖν, πολλὰ δὲ σπουδαῖα» (Βάτραχοι, στίχοι 391-392, Αριστοφάνης). Η λέξη φαίνεται να είναι δημιούργημα των αρχών του 20ού αιώνα (1909), ακολουθούμενη από τις λέξεις spoudogeloion[1] και spoudaiogeloion[2]

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. And the characterization fits pretty closely the "spoudogeloion" of the Cynic. (Classical Philology, 1920, σελ. 142)
  2. Sokrates was het , bij zijn binnenkomen , aldra bewust dat Protagoras ( 1 ) ' t Is het kynisch spoudaiogeloion , waarover (Philologische studiën; tijdschrift - Volumes 1-3, Université catholique de Louvain (1835-1969), 1929, σελ. 188)