Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπλάγχνον < αρχαία ελληνική σπλάγχνον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπλάγχνον ουδέτερο

  1. (καθαρεύουσα) σπλάχνο



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σπλάγχνον σπλάγχνω σπλάγχνα
Γενική σπλάγχνου σπλάγχνοιν σπλάγχνων
Δοτική σπλάγχν σπλάγχνοιν σπλάγχνοις
Αιτιατική σπλάγχνον σπλάγχνω σπλάγχνα
Κλητική σπλάγχνον σπλάγχνω σπλάγχνα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπλάγχνον < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *spelgh- (σπλήνα)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σπλάγχνον ουδέτερο

  1. οποιοδήποτε από τα εντόσθια
  2. (ως προς τη μητέρα) το παιδί

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία