Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σπινορικός η σπινορική το σπινορικό
      γενική του σπινορικού της σπινορικής του σπινορικού
    αιτιατική τον σπινορικό τη σπινορική το σπινορικό
     κλητική σπινορικέ σπινορική σπινορικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σπινορικοί οι σπινορικές τα σπινορικά
      γενική των σπινορικών των σπινορικών των σπινορικών
    αιτιατική τους σπινορικούς τις σπινορικές τα σπινορικά
     κλητική σπινορικοί σπινορικές σπινορικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σπινορικός < σπίνορ(ας) + -ικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /spi.no.ɾiˈkos/ (αρσενικό)
ΔΦΑ : /spi.no.ɾiˈci/ (θηλυκό)
ΔΦΑ : /spi.no.ɾiˈko/ (ουδέτερο)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σπινορικός, σπινορική, σπινορικό