Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σούμα οι σούμες
      γενική της σούμας
    αιτιατική τη σούμα τις σούμες
     κλητική σούμα σούμες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σούμα <

  1. μεσαιωνική ελληνική σοῦμα < λατινικά suma
  2. τουρκική soma

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σούμα θηλυκό

  1. το άθροισμα
  2. αλκοολούχο ποτό, προϊόν απόσταξης
  3. η ρίζα βραζιλιανής προέλευσης Hebanthe eriantha / Pfaffia paniculata και το αφέψημα που προκύπτει από αυτήν

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία