Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σουπερνόβα < μεταφορά στα ελληνικά από τις λατινικές λέξεις super + nova

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σουπερνόβα αρσενικό

  • (αστρονομία) αστέρας ο οποίος φτάνει στο τέλος της ζωής του και εκρήγνυται, εκτοξεύοντας μακριά το μεγαλύτερο μέρος της μάζας του, ενώ η λάμψη του αυξάνεται έντονα προτού αδυνατίσει εντελώς

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία