Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σμυριδοφύλακας σμυριδοφύλακες
γενική σμυριδοφύλακα σμυριδοφυλάκων
αιτιατική σμυριδοφύλακα σμυριδοφύλακες
κλητική σμυριδοφύλακα σμυριδοφύλακες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σμυριδοφύλακας < σμύριδα + φύλακας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σμυριδοφύλακας αρσενικό

  1. ο επιτετραμμένος, με ειδικά αστυνομικά καθήκοντα, ελέγχου οποιασδήποτε παραβατικότητας που προβλέπει η σχετική νομοθεσία περί της εξόρυξης και διάθεσης της "ναξίας σμύριδας", από τους χώρους εξόρυξης (σμυριδωρυχεία), μέχρι και τους χώρους παράδοσης ή φύλαξης (σμυριδαποθήκες)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία