Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκωληκοειδίτιδα < σκωληκοειδής (αυτός που ομοιάζει με σκουλήκι) + επίθημα -ίτις, με μετατροπή σε -ίτιδα στη νέα ελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκωληκοειδίτιδα θηλυκό

εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας
H οξεία σκωληκοειδίτιδα εκδηλώνεται κλινικά με οξύ κοιλιακό άλγος, ναυτία ή έμετο, χαμηλό πυρετό και λευκοκυττάρωση.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία