Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκηνοθεσία οι σκηνοθεσίες
      γενική της σκηνοθεσίας των σκηνοθεσιών
    αιτιατική τη σκηνοθεσία τις σκηνοθεσίες
     κλητική σκηνοθεσία σκηνοθεσίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκηνοθεσία < από το σκηνοθέτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκηνοθεσία θηλυκό

  1. (θέατρο:) η σκηνική διδασκαλία ενός θεατρικού έργου και η καλλιτεχνική ευθύνη του ανεβάσματος μιας παράστασης
  2. Η τέχνη της σκηνικής διδασκαλίας και αφήγησης
    Η σκηνοθεσία του έργου ήταν λιτή αλλά με άποψη.
  3. (κινηματογράφος:) η καλλιτεχνική ευθύνη γυρίσματος κινηματογραφικής ταινίας
  4. η τέχνη της κινηματογραφικής αφήγησης
    Η ταινία απέσπασε βραβείο σκηνοθεσίας.
  5. (τηλεόραση:) η τηλεσκηνοθεσία, η διεύθυνση γυρίσματος τηλεοπτικού προγράμματος ή τηλεοπτικής ταινίας
  6. η τέχνη της τηλεοπτικής κάλυψης ή δημιουργίας
  7. (μεταφορικά:) λεπτομερώς μελετημένη και εκτελεσμένη πλεκτάνη ή παραπλάνηση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία