Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σκεπή οι σκεπές
      γενική της σκεπής των σκεπών
    αιτιατική τη σκεπή τις σκεπές
     κλητική σκεπή σκεπές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκεπή < θηλυκό του επιθέτου σκεπός ως ουσ.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σκεπή θηλυκό

  1. σκελετός από ξύλο που καλύπτεται με κεραμίδια, πλάκες ή άλλα υλικά και στεγάζει ένα οικοδόμημα.
  2. η στέγη
  3. (συνεκδοχικά) το σπίτι, η οικία
    Έτσι τους βρήκε η άνοιξη κάτω από σκεπή δική τους. (Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Ο Πύργος του Ακροπόταμου )

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

σκεπή

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία