Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σελιδώνω < σελίδα + -ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

σελιδώνω

  1. άλλη μορφή του σελιδοποιώ
  2. αριθμώ σελίδες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία