Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σαϊτοπόλεμος οι σαϊτοπόλεμοι
      γενική του σαϊτοπόλεμου των σαϊτοπόλεμων
    αιτιατική τον σαϊτοπόλεμο τους σαϊτοπόλεμους
     κλητική σαϊτοπόλεμε σαϊτοπόλεμοι
όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαϊτοπόλεμος < σαΐτ(α) + -ο- + -πόλεμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαϊτοπόλεμος αρσενικό

  1. πόλεμος που επιχειρείται με σαΐτες
  2. παραδοσιακό αναστάσιμο έθιμο της Καλαμάτας με πυρίτιδα που επιχειρούν οι σαϊτολόγοι (σαϊτομαχητές)
    το έθιμο του σαϊτοπολέμου ανάγεται από τουρκοκρατίας.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία