Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /saɾks/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαρξ θηλυκό

(καθαρεύουσα)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • εμπόριο λευκής σαρκός: παράνομη δραστηριότητα που σχετίζεται με πράξεις εις βάρος, κυρίως, γυναικών και παιδιών, με μεταφορά, πώληση και προαγωγή τους στην πορνεία, αφού έχει προηγηθεί, συνήθως, αρπαγή ή εκβιασμός τους
  • εις σάρκα μίαν ("καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν", Γένεσις 2,24): (θα είναι οι δύο) ένα σώμα. Λέγεται όταν η γυναίκα και ο άνδρας ενώνονται με τα δεσμά του γάμου
  • σαρξ εκ σαρκός ("σάρξ ἐκ τῆς σαρκός μου", Γένεσις 2,23): χρησιμοποιείται για να δηλώσει πολύ στενή σχέση καταγωγής, σαν κι αυτή που συνδέει μητέρα και παιδί
  • το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής ("τό μέν πνεύμα πρόθυμον, ἡ δέ σάρξ ἀσθενής", Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον 26,41): λέγεται, κυριολεκτικά, στις περιπτώσεις που ένας άνθρωπος θέλει να δράσει αλλά αδυνατεί εξαιτίας της σωματικής του αδυναμίας και, ειρωνικά, όταν κάποιος δηλώνει ότι δήθεν επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί, αλλά οι πράξεις του αποδεικνύουν απροθυμία και νωθρότητα

Επεξεργασία