Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

σίγουρων

  1. σίγουρος, στη γενική του πληθυντικού
  2. σίγουρη, στη γενική του πληθυντικού
  3. σίγουρο, στη γενική του πληθυντικού