Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάχλας < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάχλας αρσενικό

  1. που είναι σαχλός, που κάνει και λέει σαχλαμάρες, που δεν είναι σοβαρός άνθρωπος


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία