Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

σάτιρες θηλυκό

  1. σάτιρα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού