Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

σάπφειρε αρσενικό

  1. σάπφειρος, στην κλητική του ενικού