Δείτε επίσης: ῥῆμα

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ρῆμα ρήματε ρήματα
Γενική ρήματος ρημάτοιν ρημάτων
Δοτική ρήματι ρημάτοιν ρήμασι
Αιτιατική ρῆμα ρήματε ρήματα
Κλητική ρῆμα ρήματε ρήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρῆμα < εἴρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρῆμα

  1. αυτό που λέγεται, λέξη, λόγος
  2. φράση
  3. απόφθεγμα
  4. (γραμματική) ρήμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ρήματα ἀντ’ ἀλφίτων: λόγια αντί για φαγητό, η κοιλιὰ δεν γεμίζει με λόγια