Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρώσικα ουδέτερο
μόνο πληθυντικός

  • η ρώσικη γλώσσα

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

βλ. ρώσικος