Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ρωσομαθής ρωσομαθής ρωσομαθές
γενική ρωσομαθούς ρωσομαθούς ρωσομαθούς
αιτιατική ρωσομαθή ρωσομαθή ρωσομαθές
κλητική ρωσομαθή(ής) ρωσομαθής ρωσομαθές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρωσομαθείς ρωσομαθείς ρωσομαθή
γενική ρωσομαθών ρωσομαθών ρωσομαθών
αιτιατική ρωσομαθείς ρωσομαθείς ρωσομαθή
κλητική ρωσομαθείς ρωσομαθείς ρωσομαθή

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρωσομαθής < ρώσος + -μαθής (< θέμα μαθ- του ρήματος μαθαίνω)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1889

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ρωσομαθής αρσενικό και θηλυκό, ρωσομαθές ουδέτερο


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία