↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ραμφόστομος η ραμφόστομη το ραμφόστομο
      γενική του ραμφόστομου της ραμφόστομης του ραμφόστομου
    αιτιατική τον ραμφόστομο τη ραμφόστομη το ραμφόστομο
     κλητική ραμφόστομε ραμφόστομη ραμφόστομο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ραμφόστομοι οι ραμφόστομες τα ραμφόστομα
      γενική των ραμφόστομων των ραμφόστομων των ραμφόστομων
    αιτιατική τους ραμφόστομους τις ραμφόστομες τα ραμφόστομα
     κλητική ραμφόστομοι ραμφόστομες ραμφόστομα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ραμφόστομος < ράμφος + στόμα

  Επίθετο

επεξεργασία

ραμφόστομος, -η, -ο

ραμφόστομη φιάλη (σαλτσιέρα, κύμβη)