Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ραβίνων αρσενικό

  1. ραβίνος, στη γενική του πληθυντικού