Arrows blue.png Δείτε επίσης: ῥάπα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ράπα οι ράπες
      γενική της ράπας των ραπών
    αιτιατική τη ράπα τις ράπες
     κλητική ράπα ράπες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ράπα < (γαλλικά)rave, λατινικά rapa

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ράπα θηλυκό

  1. (ιδιωματικό) το καλάμι των σιτηρών
    Άλλες μορφές: ράπη (το μέρος εκείνο του σταχυού (το στέλεχος) που απομένει μετά το θερισμό)
    Συγγενικές λέξεις: ράπινος
  2. (ιδιωματικό) η συνουσία (ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης)
    Συγγενικές λέξεις: ραπώνω
  3. (ιδιωματικό) θελκτική γυναίκα
    είναι καλή ράπα
  4. αλλιώς το γογγύλι.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία