↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πυρομαγνητισμός οι πυρομαγνητισμοί
      γενική του πυρομαγνητισμού των πυρομαγνητισμών
    αιτιατική τον πυρομαγνητισμό τους πυρομαγνητισμούς
     κλητική πυρομαγνητισμέ πυρομαγνητισμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία Επεξεργασία

πυρομαγνητισμός < πυρ (πυρός) + μαγνητισμός

ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυρομαγνητισμός αρσενικό,

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία