Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πυροβάτης οι πυροβάτες
      γενική του πυροβάτη των πυροβατών
    αιτιατική τον πυροβάτη τους πυροβάτες
     κλητική πυροβάτη πυροβάτες
όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυροβάτης < πυρο- + -βάτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυροβάτης αρσενικό (θηλυκό: πυροβάτισσα)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία