Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυρίτης < αρχαία ελληνική πυρίτης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυρίτης αρσενικό

  1. ο πυριτόλιθος/ Ως πυρίτης εννοείται συνηθως ο σιδηροπυρίτης, αλλά συχνά και ο χαλκοπυρίτης


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυρίτης < πῦρ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυρίτης (γεν. τού πυρίτου)

  1. το ορυκτό χαλκοπυρίτης, ο πυριτόλιθος
  2. εκείνος που καταγίνεται με τη φωτιά, ο σιδηρουργός

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία