Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πτυχίο τα πτυχία
      γενική του πτυχίου των πτυχίων
    αιτιατική το πτυχίο τα πτυχία
     κλητική πτυχίο πτυχία
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πτυχίο < υποκοριστικό της λέξης πτυχή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτυχίο ουδέτερο

  1. το δίπλωμα, πιστοποιητικό σπουδών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το έγγραφο που δείχνει ότι κάποιος έχει τα τυπικά προσόντα να ασκήσει ένα επάγγελμα.
    Επιτέλους, αξιώθηκε να πάρει το πτυχίο του
    Έχει πτυχίο της Νομικής, τώρα λογαριάζεται πια για δικηγόρος
  2. στον πληθυντικό πτυχία, λέξη ομόηχη/ομώνυμη με τη νησίδα "Πτυχία" της Κέρκυρας (η νησίδα σήμερα λέγεται Βίδο)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία