Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρωτομαρτιάτικα < πρωτομαρτιάτικος < Πρωτομαρτιά < Μάρτιος < λατινική Martius < Mars (Άρης)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα πρωτομαρτιάτικα
      γενική των πρωτομαρτιάτικων
    αιτιατική τα πρωτομαρτιάτικα
     κλητική πρωτομαρτιάτικα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

πρωτομαρτιάτικα ουδέτερο

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

πρωτομαρτιάτικα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

πρωτομαρτιάτικα