Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προσωποπαγής η προσωποπαγής το προσωποπαγές
      γενική του προσωποπαγούς της προσωποπαγούς του προσωποπαγούς
    αιτιατική τον προσωποπαγή την προσωποπαγής το προσωποπαγές
     κλητική προσωποπαγή(ς) προσωποπαγής προσωποπαγές
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προσωποπαγείς οι προσωποπαγείς τα προσωποπαγή
      γενική των προσωποπαγών των προσωποπαγών των προσωποπαγών
    αιτιατική τους προσωποπαγείς τις προσωποπαγείς τα προσωποπαγή
     κλητική προσωποπαγείς προσωποπαγείς προσωποπαγή
Κατηγορία όπως «συνεχής» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσωποπαγής < πρόσωπο + "-παγ-" (από το θέμα του ρήματος πήγνυμι)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσωποπαγής

  1. (λόγιο) που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με κάποιο συγκεκριμένο άτομο
    προσωποπαγές δικαίωμα είναι το δικαίωμα που δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο από συγκεκριμένο άτομο
    προσωποπαγής πελατεία είναι αυτή που οφείλεται και υπάρχει μόνο εξαιτίας ενός συγκεκριμένου ατόμου
    προσωποπαγές κόμμα είναι το κόμμα το οποίο λόγω της αφοσίωσης της πλειοψηφίας των μελών του στο πρόσωπο του αρχηγού του και όχι λόγω κοινής ιδεολογίας των μελών του


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία