Δείτε επίσης: προκαθήμενος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο προσκαθήμενος η προσκαθήμενη το προσκαθήμενο
      γενική του προσκαθήμενου της προσκαθήμενης του προσκαθήμενου
    αιτιατική τον προσκαθήμενο την προσκαθήμενη το προσκαθήμενο
     κλητική προσκαθήμενε προσκαθήμενη προσκαθήμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προσκαθήμενοι οι προσκαθήμενες τα προσκαθήμενα
      γενική των προσκαθήμενων των προσκαθήμενων των προσκαθήμενων
    αιτιατική τους προσκαθήμενους τις προσκαθήμενες τα προσκαθήμενα
     κλητική προσκαθήμενοι προσκαθήμενες προσκαθήμενα
ομάδα «εισαγόμενος» Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσκαθήμενος < αρχαία ελληνική προσκαθήμενος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προσκάθημαι / προσκαθέζομαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾo.skaˈθi.me.nos/ και /pɾos.kaˈθi.me.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: προ‐σκα‐θή‐με‐νος
παλαιός συλλαβισμός: προσ‐κα‐θή‐με‐νος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσκαθήμενος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία