Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προκεχωρημένος, λανθασμένος σχηματισμός μετοχής παθητικού παρακειμένου με αναδιπλασιασμό από το ρήμα προχωρώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

προκεχωρημένος, -η, -ο

  1. που έχει προχωρήσει εντός μιας περιοχής ή εντός κάποιου πεδίου
    δόγμα της «προκεχωρημένης μάχης» - μάχη που διεξάγεται πριν φτάσει ο εχθρός στα σύνορα
    προκεχωρημένο φυλάκιο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία