Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

προκάνω < αρχαία ελληνική προκάμνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

προκάνω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία