Ετυμολογία

επεξεργασία

προασπίζω, στ.μέλλ.: θα προασπίσω και προασπιστώ, αόρ.: προάσπισα και προασπίστηκα, παθ.φωνή: προασπίζομαι

Συγγενικά

επεξεργασία

Σημειώσεις

επεξεργασία

Οι ενεργητικοί και οι παθητικοί τύποι του ρήματος έχουν την ίδια σημασία.

Μεταφράσεις

επεξεργασία

Ετυμολογία

επεξεργασία
προασπίζω < προ- + ἀσπ(ίς) + -ίζω

προασπίζω

  1. προφυλάσσω κάποιον κρατώντας την ασπίδα μπροστά του
  2. προτάσσω κάτι σαν ασπίδα
  3. (στην παθητική φωνή) καλύπτομαι με ασπίδα, προστατεύομαι

Συγγενικά

επεξεργασία