Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προέλευσις θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική προέλευσις προελεύσει προελεύσεις
Γενική προελεύσεως προελευσέοιν προελεύσεων
Δοτική προελεύσει προελευσέοιν προελεύσεσι(ν)
Αιτιατική προέλευσιν προελεύσει προελεύσεις
Κλητική προέλευσι προελεύσει προελεύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προέλευσις < (πρό) προ- + ἔλευσις < προελεύσομαι, μέλλοντας του προέρχομαι
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: προέλευση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προέλευσις θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. ο ερχομός από κάπου
    προέλευσις ἐκ τοῦ παλατίου (Ιωάννης Τζέτζης, γραμματικός (1100-1180). Χιλιάδες (Historiarum variarum chiliades), 6.491)
  2. η παρέλαση
    προέλευσις θριαμβική (Εὐστάθιος, επίσκοπος Θεσσαλονίκης(c.1115‑1195/6), Παρεκβολαὶ εἰς τὴν Ὁμήρου Ἰλιάδα καὶ Ὀδύσσειαν 1292.16.)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία