Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποπ < (άμεσο δάνειο) αγγλική pop • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποπ θηλυκό

  1. είδος μουσικής (ρυθμική, εύκολη στο άκουσμα μουσική συχνά με στοιχεία ηλεκτρονικής, χωρίς όμως ο ορισμός να είναι απόλυτος - συχνά με λάτιν, ροκ και αφροαμερικανικές επιρροές)
  2. οποιαδήποτε μουσική πουλά πάνω από συγκεκριμένο αριθμό εισιτηρίων ή δίσκων (βλέπε DW)
    • οι κομπλεξικοί μουσικοί παριστάνουν τους ιδεολογικά αντι-ποπ, επιθυμώντας ποπ αποδοχή πλασαρισμένη ως αντεργκράουντ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία