Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πονοψυχιά οι πονοψυχιές
      γενική της πονοψυχιάς των πονοψυχιών
    αιτιατική την πονοψυχιά τις πονοψυχιές
     κλητική πονοψυχιά πονοψυχιές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πονοψυχιά < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πονοψυχιά θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία