Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολυσακχαρίτης < πολυ- + σακχαρίτης.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πολυσακχαρίτης αρσενικό, πολυσακχαρίτες πληθυντικός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία