Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποιότης < αρχαία ελληνική ποιότης


ΔΦΑ : /pi.'ɔ.tis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποιότης θηλυκό

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ποιότης ποιότητε ποιότητες
Γενική ποιότητος ποιοτήτοιν ποιοτήτων
Δοτική ποιότητι ποιοτήτοιν ποιότησι(ν)
Αιτιατική ποιότητα ποιότητε ποιότητας
Κλητική ποιότης ποιότητε ποιότητες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποιότης < ποῖος + -ότης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποιότης θηλυκό