Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποδοπατώ < πόδι και πατώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ποδοπατώ (παθητικό: ποδοπατιέμαι)

  1. πατώ κάτι με τα πόδια
    Δεκάδες άνθρωποι ποδοπατήθηκαν στη Γουινέα τον Ιούλιο του 2014, σε συναυλία
  2. (μεταφορικά) εξευτελίζω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία