Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποδαγός < πούς + ἄγω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ποδαγός, ός, όν ποιητική και δωρική μορφή του ποδηγός

  1. που οδηγεί τα πόδια, που ουσιαστικά οδηγεί, ο οδηγός
  2. ο θεράπων, ο υπηρέτης